O σπουδαίος ταξιδιωτικός συγγραφέας Ερικ Νιούμπι συγκεντρώνει τα πιο αναπάντεχα και πλέον συναρπαστικά ταξιδιωτικά κείμενα όλων των εποχών σε μια εξαιρετική λογοτεχνική ανθολογία. Όλα τα ταξίδια ωφελούν», έγραφε τον 18ο αιώνα ο Αγγλος λόγιος, κριτικός και λεξικογράφος Σάμιουελ Τζόνσον...«Αν ο ταξιδιώτης επισκεφτεί καλύτερες χώρες, ενδέχεται να μάθει πώς να βελτιώσει τη δική του, ενώ, αν πάλι η τύχη τον φέρει σε χειρότερες, τότε ίσως μάθει να χαίρεται τον τόπο του», συνεχίζει. Από την άλλη, τονίζει: «Με έχετε ακούσει, συχνά ομολογουμένως, να παραπονιέμαι ότι θεωρώ τα ταξιδιωτικά βιβλία απογοητευτικά. Φοβάμαι πως και το ίδιο το ταξίδι καταλήγει σε παρόμοια απογοήτευση. Μια πόλη, ή μια χώρα, μοιάζει τόσο πολύ με άλλες. Τα πολιτισμένα έθνη έχουν τα ίδια έθιμα, ενώ τα βάρβαρα έχουν την ίδια φύση. (…) Τα ταξιδιωτικά βιβλία είναι χρήσιμα αναλόγως του τι έχει ήδη κάποιος στο μυαλό του· αναλόγως του αν γνωρίζει τι να παρατηρήσει· αναλόγως της ικανότητάς του να αντιπαραθέτει τον έναν τρόπο ζωής με τον άλλον. Καθώς λέει η ισπανική παροιμία, «αυτός που θα ήθελε να φέρει στην πατρίδα του τον πλούτο των Ινδιών, πρέπει αυτόν τον πλούτο να τον έχει κάνει κτήμα του»».

Αυτά σημείωνε περισσότερα από διακόσια χρόνια πριν ο Τζόνσον και, ναι μεν γράφει ότι τα ταξιδιωτικά βιβλία είναι απογοητευτικά, το συγκεκριμένο απόσπασμα όμως προέρχεται από το απόλυτο ταξιδιωτικό βιβλίο· περιλαμβάνεται στην ανθολογία «Τα μεγάλα ταξιδιωτικά ρεπορτάζ», η οποία κυκλοφόρησε πρόσφατα στη χώρα μας από τις εκδόσεις Νάρκισσος, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Σταμέλου.
Την επιλογή των κειμένων και τη γενική επιμέλεια υπογράφει ένας ειδικός των περιπλανήσεων και ιδιαίτερα του ταξιδιωτικού κειμένου, ο Ερικ Νιούμπι (1919 - 2006). Ο Νιούμπι έχει ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό. Γεννημένος σε προάστιο του Λονδίνου, στα δεκαοκτώ του μπάρκαρε ως δόκιμος στο φινλανδικό εμπορικό ιστιοφόρο Moshulu, με προορισμό τη νότια Αυστραλία. Με το ξέσπασμα του πολέμου το 1939, κατατάχθηκε εθελοντικά και υπηρέτησε στην Αίγυπτο και την Ιταλία. Οπως γράφει η Βάλια Σερέτη στην εισαγωγή της στον ανά χείρας τόμο, το 1942 ανατίθεται στην πενταμελή ομάδα του Νιούμπι η δολιοφθορά ενός αεροδρομίου των Γερμανών στην Κατάνια της Σικελίας, «χωρίς όμως κανείς να τους ενημερώσει ότι στο αεροδρόμιο υπήρχαν 1.000 Γερμανοί στρατιώτες». Η επιχείρηση θα γνωρίσει παταγώδη αποτυχία, το αποτέλεσμα θα είναι ο Νιούμπι να συλληφθεί από τους Γερμανούς, να διαφύγει και έπειτα από πολλές περιπέτειες να συλληφθεί εκ νέου και να σταλεί σε στρατόπεδα αιχμαλώτων στην Τσεχοσλοβακία και τη Γερμανία. Στο μεταξύ, όμως, εν μέσω των περιπετειών αυτών, θα γνωρίσει μια νεαρή Σλοβένα, τη Γουάντα, την οποία θα αναζητήσει ξανά μετά τον πόλεμο και τελικά θα την παντρευτεί το 1946 στη Φλωρεντία. Τα μεγάλα ταξίδια ο Νιούμπι τα άρχισε μετά τη λήξη του πολέμου και το 1964 ανέλαβε την ταξιδιωτική στήλη του ανανεωμένου τότε Observer. Εχει γράψει πολλά βιβλία σχετικά με το ταξίδι και, όπως γράφει η Β. Σερέτη: «Για τον Ερικ Νιούμπι το ταξίδι ήταν τρόπος ζωής και η αφήγησή του ήταν τρόπος αναβίωσης. Οταν δεν ταξίδευε, έδινε την εντύπωση ότι ήταν σε διακοπές. Ομως, ήταν πάντοτε υπ' ατμόν...».
Τι περιλαμβάνουν τα «Μεγάλα ταξιδιωτικά ρεπορτάζ»; Απολαυστικά, συναρπαστικά, χιουμοριστικά αλλά και δραματικά κείμενα, σύντομα αποσπάσματα από μεγαλύτερα έργα, όπου βέβαια το κυρίαρχο θέμα είναι το ταξίδι. Η γκάμα καλύπτει μια τεράστια χρονική απόσταση: από τον Αννίβα, τον Σουητώνιο, τον Ξενοφώντα, τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Χριστόφορο Κολόμβο ώς τον Μάρκο Πόλο, τον Κουκ, τον Αμέρικο Βεσπούτσι, τον Μαγγελάνο, τον Νερβάλ, τον Μπάιρον, τον Μαρκ Τουέιν, την Κολέτ, τον Στάινμπεκ, τον Καζαντζάκη, τον Κέρουακ, τον Χάντερ Τόμπσον και πολλούς άλλους ακόμα. Ο ίδιος ο Νιούμπι σημειώνει στη δική του εισαγωγή πως βασικός του στόχος «δεν ήταν να διδάξω τον αναγνώστη, αλλά να τον διασκεδάσω», διευκρινίζοντας ότι άφησε έξω από την ανθολογία αυτή την «πλειονότητα των ταξιδευτών της Βίβλου», τις ιστορίες των ναυτικών και των ορειβατών («αυτοί χρειάζονται και αξίζουν μια ανθολογία ολοδική τους»), πληκτικά κείμενα επιφανών κατά τα άλλα ταξιδευτών καθώς και παρόμοια κείμενα που όμως στάθηκε αδύνατον να τα αποσπάσει από το ευρύτερο σύνολο στο οποίο ανήκουν. «Θα δήλωνα ευτυχής», παρατηρεί, «αν ο αναγνώστης, τελειώνοντας το βιβλίο, αισθανθεί ότι έφαγε μέχρι σκασμού και ότι κάθε πορεία τού προσέφερε ένα τουλάχιστον πιάτο που τον εξέπληξε και τον ικανοποίησε».
Αυτό ακριβώς όμως κατορθώνει μέσα από τις 530 σελίδες του βιβλίου ο Νιούμπι, ο οποίος μάλιστα είχε τη σοφή ιδέα να το χωρίσει σε ενότητες ανάλογα με την περιοχή της Γης στην οποία αναφέρονται οι συγγραφείς: Ευρώπη, Βόρεια Αμερική, Κεντρική και Νότια Αμερική, Αρκτική και Ανταρκτική, Αφρική, Εγγύς Ανατολή, Απω Ανατολή, Κεντρική και Νότια Ασία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία. Παραθέτω ενδεικτικά μερικούς από τους τίτλους και τα θέματα των αλιευμένων αυτών κειμένων: «Πώς να αντιμετωπίσετε τα δαγκώματα των φιδιών», «Οταν πεθαίνετε από δίψα στην έρημο», «Παριστάνοντας τον αλήτη», «Περί του πέρδεσθαι», «Ο σουλτάνος Αχμέτ Α΄ επιλέγει παρακοιμώμενη», «Η νυχτερινή δυσοσμία του Εδιμβούργου», «Η δυσκολία στην αγορά σκλάβας» κ.ά.
Ευρύτητα θεμάτων, χορταστικές αναγνώσεις με ανθρωπολογικό, εθνογραφικό, πολυπολιτισμικό ενδιαφέρον, αλλά και ένας μικρός θησαυρός από διαφορετικά και ποικίλα στυλ, ανάσες, θερμοκρασίες γραφής. Ο τόμος αυτός δεν προσφέρεται, με άλλα λόγια, μόνο στους φανατικούς των ταξιδιών, αλλά και στους λάτρεις της ανάγνωσης και σε όσους βασανίζονται με το γράψιμο, με το νέκταρ και τα πολλαπλά δηλητήριά της, με το μακρύ ταξίδι της γραφής.  «Τα μεγάλα ταξιδιωτικά ρεπορτάζ», εκδόσεις Νάρκισσος    ΚΕΙΜΕΝΟ: HΛIAΣ MAΓKΛINHΣ


Επισκεψιμότητα

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 8344 επισκέπτες και κανένα μέλος

DMC Firewall is developed by Dean Marshall Consultancy Ltd